Παρασκευή 17 Απριλίου 2009
Η ιστορία της Γης
Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008
Τα ημερολόγια των Μάγια
Time - Life books, Αλκυών 1990
Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2007
Η Παλινόρθωση του Μέίτζι - 5
Ιαπωνικοί μακάκοι, Ναγκάνο, ΧονσούΓια να είναι κανείς ακριβοδίκαιος, θα έπρεπε να επισημάνει πως επειδή η ζωή της αγροτιάς ήταν τόσο φτωχική και η δουλειά τόσο σκληρή, η ζωή στα εργοστάσια μπορεί να ήταν, συγκριτικά, ελκυστική. Το νερό στο αγρόκτημα ήταν κρύο και το τραβούσαν από το βυθό του πηγαδιού. Στον κοιτώνα του εργοστασίου όμως το νερό ήταν ζεστό και κρύο κι έβγαινε από τη βρύση. Η τροφή ήταν λιτή, χοντροκομμένη και λίγη στο αγρόκτημα, κατάλληλη για γουρούνια μάλλον παρά για ανθρώπους. Το εργοστάσιο παρείχε ρύζι τρεις φορές την ημέρα. Αναμφίβολα ξένο ρύζι, όχι το παραδοσιακό κολλώδες ρύζι που λέγεται ότι προτιμούν οι Ιάπωνες. Αλλά όπως ακριβώς και στ' άλλα έθνη άρεσαν αυτά τα είδη διαφορετικού ρυζιού, έτσι και οι φτωχές Γιαπωνεζούλες που δούλευαν στο εργοστάσιο τα έβρισκαν νόστιμα, θρεπτικά και τα συνήθιζαν. Το ίδιο, αναμφίβολα, θα συμβεί και σήμερα εάν οι Ιάπωνες ανοίξουν την εσωτερική τους αγορά στο ξένο ρύζι.
Οι μισθοί στα εργοστάσια αυτά ήταν εξευτελιστικοί. Έπρεπε να περάσουν χρόνια για να μπορέσει μια κοπέλα να εξοικονομήσει αρκετά χρήματα, μετά την αφαίρεση των κρατήσεων για την τροφή και το κατάλυμα, ώστε να αποπληρώσει το χρέος του πατέρα της ο οποίος είχε δεχθεί προκαταβολή έναντι της εργασίας της κόρης. ( Το κατάλυμα ήταν συχνά μια παλέτα ανάμεσα στα μηχανήματα ή ένα ράντζο σ' ένα κατάμεστο υπνωτήριο που παραχωρούσε σε κάθε ένοικο το χώρο μιας ψάθας, δηλαδή τον χώρο ενός επί ένα κι ογδόντα μέτρων, ίσο μ' ένα φέρετρο ). Μια επιθεώρηση σε εξήντα δύο βαμβακουργίες, στα 1898, έδειξε πως ο μέσος μηνιαίας μισθός των γυναικών ήταν 4,05 γιεν έναντι των 6,83 γιεν που έπαιρναν οι άντρες, δηλαδή 4,67 γιεν και για τα δύο φύλα κατά μέσο όρο. Ακόμη και οι Ινδοί εργάτες έπαιρναν τα διπλά : Μισθούς ισοδύναμους με 8,07 έως 9,18 γιεν το μήνα σ' ένα δείγμα εφτά μεγάλων υφαντουργικών εργοστασίων.

Δουλεύαμε στο εργοστάσιο από το πρωί, ενώ ακόμη ήταν σκοτάδι, μέχρι τις δέκα τη νύχτα, με το φως των λαμπτήρων. Μετά τη δουλειά με κόπο μπορούσαμε να σταθούμε στα πόδια μας. Όταν δουλεύαμε μέχρι αργά τη νύχτα μας έδιναν πότε - πότε ένα γιαμ ( να φάνε ) . Μετά έπρεπε να πλυθούμε, να χτενιστούμε κλπ. Η ώρα είχε ήδη φτάσει 11 τη νύχτα. Δεν υπήρχε θέρμανση ούτε το χειμώνα και γι' αυτό έπρεπε να κοιμηθούμε κουβαριασμένες όλες μαζί. Αρκετά κορίτσια επέστρεψαν στη Χίντα. Μου είχαν πει πως τα κορίτσια που πήγαν να δουλέψουν πριν από μένα περνούσαν χειρότερα. Τον πρώτο χρόνο δεν πληρωθήκαμε. Τον δεύτερο εγώ πήρα 35 γιεν και τον επόμενο 50 γιεν... η ζωή μιας γυναίκας είναι πραγματικά απαίσια.
Το απόσπασμα μας λεει πολλά. Χαμηλό μεροκάματο, άθλιες συνθήκες ζωής, η υποχρέωση της προσωπικής καθαριότητας, η σταδιακή βελτίωση. Στα οποία έπρεπε να προστεθούν οι ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας : ύγρανση της ατμόσφαιρας ( για να μην υπάρχει στατικός ηλεκτρισμός ), αέρας γεμάτος χνούδι ( εξ ου και τα υψηλά ποσοστά φυματίωσης ), εκκωφαντικός θόρυβος. Μερικές νεαρές γυναίκες δραπέτευαν. Υπάλληλοι εντεταλμένοι να τις κυνηγούν και να τις συλλαμβάνουν τις έφερναν πίσω για να τις τιμωρήσουν και να τις ταπεινώσουν μπροστά σε όλους τους εργάτες. Άλλες κατόρθωναν να διαφύγουν, αλλά ούτως ή άλλως επέστρεφαν, είτε γιατί τις ξαναέστελνε η οικογένειά τους είτε γιατί τους έλειπαν οι φτωχικές ανέσεις του εργοστασίου.
Η ζωή και η δουλειά στους αγρούς ήταν πιο σκληρή, τουλάχιστον σωματικά. Αυτή είναι η ουσία. Κι έπειτα η αφοσίωση στην οικογένεια κυβερνούσε τη ζωή τους. Οι φτωχές νεαρές γυναίκες που δούλευαν στα κλωστήρια του μεταξιού και στις βαμβακουργίες γύρω από τη λίμνη Σούβα ( σήμερα είναι κέντρο ηλεκτρονικής βιομηχανίας ) έκαναν σκληρές οικονομίες για να δώσουν κάτι τι στους γονείς τους και επέστρεφαν στο σπίτι τους μέσα στο βαθύ χιόνι, βαδίζοντας σε επικίνδυνα ορεινά μονοπάτια, δεμένες μαζί για να μην πέσουν στις βαθιές χαράδρες. Χρόνια αργότερα, όταν έδιναν συνεντεύξεις γι' αυτά τα τρομερά χρόνια, πολλές από αυτές θυμούνταν μόνο τις καλές πλευρές. Είναι μια φυσιολογική αντίδραση επιβίωσης.

Οι εργάτες πάλι αγωνίζονταν να αποκτήσουν κοινωνική θέση και αξιοπρέπεια. Όχι τόσο δικαιώματα όσο αξιοπρέπεια. " Μην απεχθάνεστε το μεταλλωρύχο ", ήταν το σύνθημά τους . " Το κάρβουνο δεν φυτρώνει στα χωράφια ". Και όταν δεν ήταν δυνατόν να πάνε οι Ιάπωνες για δουλειά στα ορυχεία, ιδίως κατά τις περιόδους των πολέμων, μπορούσαν πάντα να στρατολογούν Κορεάτες και Κινέζους. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο συχνά στη διάρκεια της ιστορίας οι μεταλλωρύχοι ήταν σκλάβοι. Με την ήττα της Ιαπωνίας το 1945, αυτοί οι σκλάβοι απλώς εγκατέλειψαν τη δουλειά και η παραγωγή άνθρακα, η πρωταρχική πηγή ενέργειας για την Ιαπωνία, έπεσε από 3 - 4 εκατομμύρια τόνους το μήνα σε 1 εκατομμύριο. Δεν χρειάζεται να πούμε πως δεν μπορούσαν πλέον να στέλνουν τους Ιάπωνες σ' αυτές τις εργασίες. Χρησιμοποιούνταν σε καλύτερες δουλειές κι ήταν ελεύθεροι. Η Ιαπωνία, όπως και οι άλλες προηγμένες βιομηχανικές χώρες, έλυσε τελικά το πρόβλημα στρεφόμενη στο πετρέλαιο. **
* Εφόσον οι μπαρακουμίν δεν διέφεραν από τους άλλους Ιάπωνες, συνεχώς έτειναν να ενταχθούν στην ευρύτερη κοινωνία, αν και πολλοί συνέχιζαν να ζουν σε μαχαλάδες και περιοχές όπου ανθούσε το έγκλημα. Μέχρι σήμερα, οι Ιάπωνες απασχολούν υπηρεσίες ερευνητών και γενεαλόγων για να ελέγξουν πιθανούς μπαρακουμίν προγόνους μιας μελλοντικής νύφης.
** Η Ιαπωνία δεν έχει πετρέλαιο, αλλά έχει χρήματα να το αγοράσει. Η Ρωσία έχει πετρέλαιο, αλλά δεν έχει χρήματα για να εγκαθιστά καυστήρες πετρελαίου ή να πληρώνει ανθρακωρύχους εν προκειμένω. Όπως τον Δεκέμβριο του 1996 που η καταβολή των μισθών είχε καθυστερήσει επί επτά μήνες.

Δομή 2005
Ένα σύνηθες λάθος της ιστορίας που θα επιθυμούσε να είναι επιστημονική συνίσταται στο να υποθέτει ότι οι σημερινές ανάγκες θα υφίστανται αναγκαία και αύριο και ότι ένας δεδομένος παράγοντας, εάν κάποτε ήταν θετικός, πρέπει πάντα να αποδίδει. Η ιστορία δεν λειτουργεί κατ' αυτόν τον τρόπο. Οι απαιτήσεις των οικονομιών που κάνουν τα πρώτα τους βήματα και καινοτομούν δεν είναι ίδιες με τις απαιτήσεις των οικονομιών που έχουν υψηλές επιδόσεις, πρώτης γραμμής, κι εκείνων που οδεύουν με κανονικό ρυθμό. Η Ιαπωνική επιτυχία έγκειται στην αποτελεσματική μάχη εναντίον της απολίθωσης και της νοσταλγίας υπό τους Τοκουγκάβα και στην επιδίωξη να οργανωθεί μια εθνικών διαστάσεων προσπάθεια υπό τον Μέϊτζι και τους διαδόχους του. Διαφορετικές στρατηγικές σε διαφορετικές περιστάσεις.
Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2007
Η Παλινόρθωση του Μέίτζι - 4
Η μεγάλη εσωτερική νησιωτική γέφυρα Seto Είναι μια ιστορία καλή, μέχρι και διδακτική. Ωστόσο, μια πλευρά του Ιαπωνικού επιτεύγματος δεν έχει προσελκύσει την προσοχή των επαινούντων ιστορικών : Η οδύνη και το κόστος που κατέστησαν δυνατό αυτό το επίτευγμα.
Σήμερα έπλεξα τρεις βελόνες
Και τι νομίζετε πως η μάνα μου θα πει ;
Όταν μάθει πως δεν έπλεξα πιο πολύ
Θα μ' αρπάξει από το μαλλί
Κι έξω θα με πετάξει
Το σπίτι μου δεν θα το ξαναδώ.
Η πιο συχνή νόσος αυτών των αξιοθρήνητα δυστυχισμένων παιδιών ήταν η νεύρωση του στομάχου. Δεν είναι ν' απορεί κανείς που πολλά γίνονται θύματα σεξουαλικής κακοποίησης που κατέληγαν στην πορνεία. Η πορνεία φαινόταν σαν καλύτερη κατάσταση.
Το υψηλό κοινωνικό κόστος της βρετανικής εκβιομηχάνισης αντανακλά το σοκ της έλλειψης προετοιμασίας και της περίεργης αντίληψης ότι οι μισθοί και οι συνθήκες εργασίας απέρρεαν από μια εκούσια συμφωνία μεταξύ ελεύθερων συμβαλλομένων. Μόνον όταν οι βρετανοί ξεπέρασαν αυτές τις αυταπάτες πρώτα σε σχέση με τα παιδιά και μετά με τις γυναίκες, μπόρεσαν να παρέμβουν στον τόπο εργασίας και να εφαρμόσουν προστατευτική νομοθεσία. Όταν αποφάσισαν να το κάνουν, τα κατέγραψαν όλα, έτσι που οι κοινωνιολόγοι ιστορικοί να διαθέτουν μια βιβλιοθήκη εκθέσεων και μαρτυριών για να εργαστούν. Ήταν η κατάσταση στην Αγγλία τόσο άσχημη όσο περιγράφουν αυτά τα αρχεία ; Ή απλώς έχουμε πιο πλούσια αρχεία ;
Οι ευρωπαϊκές χώρες που ακολούθησαν την Αγγλία στο δρόμο της σύγχρονης βιομηχανίας έχουν κι αυτές τα δικά τους προβλήματα σχετικά με την εργασία και τα δικά τους σκάνδαλα, αν και είναι λιγότερο σοβαρά, κυρίως διότι είχαν προειδοποιηθεί και ήταν σε θέση να εφαρμόσουν εκ των προτέρων προστατευτικές ρυθμίσεις. Συγκριτικά, η Ιαπωνία έσπευσε να υιοθετήσει ένα τραχύ, αχαλίνωτο καπιταλισμό. Όπως και στην Αγγλία, αλλά ακόμη πιο πολύ, η οικοτεχνία ήταν ήδη η σκηνή της πιο αισχρής εκμετάλλευσης. Οι Ιάπωνες εργαζόμενοι στο σπίτι ήταν ικανοί και πρόθυμοι να ασχολούνται επί ώρες με μια κοπιαστική, μονότονη εργασία που θα είχε οδηγήσει και τον πιο πειθήνιο Άγγλο κλώστη ή βελονοποιό σε παροξυσμική εξέγερση. Οι Ιάπωνες δεν είχαν μέρα ανάπαυσης, ούτε Σάββατο.
Η απάντηση γι' αυτή τη συμπεριφορά βρίσκεται εν μέρει σε μια πιο έντονη αίσθηση της ομαδικής υπευθυνότητας. Ο νωθρός, ικανοποιημένος από τον εαυτό του εργάτης δεν θα έβλαπτε μόνο τον εαυτό του αλλά και την υπόλοιπη οικογένεια. Και το έθνος, μην ξεχνάτε το έθνος. Οι περισσότεροι Ιάπωνες χωρικοί κι εργάτες δεν διακατεχόταν ανέκαθεν από τέτοιου τύπου συναισθήματα. Υπό το καθεστώς των Τοκουγκάβα, η έννοια του έθνους απαντά σπανίως. Αυτό ήταν το πρωταρχικό έργο του νέου αυτοκρατορικού κράτους. Να διαποτίσει τους υπηκόους του με την αίσθηση του ανώτερου καθήκοντος έναντι του αυτοκράτορα και της χώρας και να συνδέσει αυτόν τον πατριωτισμό με την εργασία. Μεγάλο μέρος του σχολικού χρόνου αφιερωνόταν στη μελέτη της ηθικής. Σε μια χώρα χωρίς κανονική θρησκευτική κατήχηση και τελετουργίες, το σχολείο ήταν ο ναός της αρετής και της ηθικότητας. Όπως το διατύπωνε ένα σχολικό εγχειρίδιο της δεκαετίας του 1930 : " Ο ευκολότερος τρόπος να ασκήσει κανείς τον πατριωτισμό του είναι να ασκεί την πειθαρχία στην καθημερινή ζωή, να διατηρεί την τάξη στην οικογένειά του και να εκτελεί με πλήρη υπευθυνότητα την εργασία του ". Επίσης να κάνει οικονομίες και να μην είναι σπάταλος.
Παραδοσιακό αγροτικό σπίτι στο Gifu, Νησί Χονσού Οι Ιάπωνες ώθησαν αυτή τη νοοτροπία των χωρικών στα όριά της. Τα παλιά χρόνια, η Ιαπωνία ήταν μια πολύ φτωχή κοινωνία, που συνθλιβόταν από τα πολύ φτωχικά μέσα επιβίωσης. Οι κάτοικοί της ζούσαν με ρύζι ή, στα πιο κρύα κλίματα, με κεχρί και φαγόπυρο. Το διάταγμα Κέιαν του 1649 απαγόρευε στους χωρικούς να τρέφονται με το ρύζι που καλλιεργούσαν, διατάζοντάς τους να ζουν με " λαχανικά, κεχρί κι άλλα χονδρόκοκκα τρόφιμα ". Κατανάλωναν ελάχιστες ζωικές πρωτείνες, ίσως κανένα κοτόπουλο και θαλασσινά. Όπως επίσης ελάχιστα ψάρια καθώς και απορρίμματα του ωκεανού : φύκια, πλαγκτόν, μικρά πλάσματα που ξέβραζε η παλίρροια. Ακόμη και σήμερα, οι Ιάπωνες επιδεικνύουν μια ευρύτητα γούστου που μαρτυρεί τη στέρηση και τον αυτοσχεδιασμό των παλαιότερων εποχών.
Τα πάντα είχαν σημασία, μετρούσαν. Έπρεπε ν' ανακουφιστείς ; Έπρεπε να τρέξεις στο σπίτι σου, στη δική σου γη. Καταμερισμός της εργασίας ; Ο χρόνος και η εργασία της μητέρας ήταν εξαιρετικά πολύτιμος για να σπαταλιέται στα μωρά και στην αυτοϊκανοποίηση, όρθια μετά τη γέννα ! Τα μεγαλύτερα παιδιά μπορούσαν να φροντίσουν τα μικρότερα. Τα μικρά παιδιά μάθαιναν από νωρίς να εκτελούν ελαφριές βιομηχανικές εργασίες. Οι πιο μικρές κλωστές, ακόμη και τα ξέφτια, μπορούσαν να εξοικονομηθούν και να πουληθούν στους ρακοσυλλέκτες για ελάχιστα σεν ( 100 σεν = 1 γιεν ). Οι ηλικιωμένοι, που ήταν τόσο πολύ γερασμένοι ώστε δεν μπορούσαν να εργαστούν, ισοδυναμούσαν με στόματα που έπρεπε να τραφούν. Καλύτερα ήταν να συναντήσουν τους προγόνους. Τέτοια νοικοκυριά έμοιαζαν με μινιατούρες κλωστοϋφαντουργικών εργοστασίων, ένα ορυχείο κέρδους για τον ενεργητικό έμπορο που τους έδινε την πρώτη ύλη κι αγόραζε την παραγωγή τους.
Ξέρουμε την προσωπική ιστορία μιας πολύ σκληρά εργαζόμενης γυναίκας, μιας ορφανής που την πάντρεψαν μ' έναν έξυπνο χωρικό ο οποίος ήθελε να αποφύγει τη στρατιωτική θητεία και χρειαζόταν μια σύζυγο *. Δεν πρόσφερε τίποτα στο γάμο, εκτός από την εξαίρεση από τη στρατιωτική θητεία, τη δύναμη να βγάζει νερό από ένα πηγάδι 28 μ. βαθύ, μια ασυνήθιστη ικανότητα των χεριών και την ταπεινότητα και την υπομονή μιας αγίας μπροστά στη διαβολική πεθερά. Ο πεθερός της ζούσε μόνο για τη δουλειά : " Δεν επιθυμώ να δω τίποτα. Δεν έχω άλλες απασχολήσεις. Η μόνη ευχαρίστηση που έχω στη ζωή μου είναι να κάνω το έδαφος να παράγει καλύτερες σοδειές ".
* Η ιστορία φτάνει ως εμάς με δραματοποιημένη μορφή. Το πεζό ποίημα Βλαστάρια στο βούρκο της Γιαμασίρο Τομόε, μιας αριστερής αγωνίστριας για την αγροτική μεταρρύθμιση που παντρεύτηκε ένα μαρξιστή οργανωτή των εργατών και φυλακίστηκε από το 1940 έως το 1945 γιατί " ενεφορείτο από επικίνδυνες ιδέες ". Προφανώς, στη φυλακή πληροφορήθηκε την ιστορία αυτής της γυναίκας και το βιβλίο αξίζει μεγαλύτερη προσοχή από τους μελετητές της Ιαπωνικής οικονομικής ιστορίας.

Όταν η νύφη γέννησε, κανείς δεν την φρόντισε. Όχι τρεις μέρες στο κρεβάτι. Ένα κομμάτι τουρσί για να την κρατήσει και δρόμο για τη δουλειά. Και κανείς δεν της είπε ότι τάχε καταφέρει περίφημα. Οι μανάδες γι' αυτό είναι. Έτσι η νεαρή μητέρα έτρωγε ένα γεύμα την ημέρα κι όταν θήλαζε το μωρό της, η πεθερά της μουρμούριζε για τον χαμένο χρόνο. " Σιχαίνομαι να βλέπω μια νεαρή σύζυγο να χάνει τον χρόνο της ταΐζοντας το μωρό. Μπορούσε να δουλεύει στον αργαλειό και να βγάζει μερικά χρήματα". Έπρεπε να χρησιμοποιεί καλύτερα το χρόνο της και ποιος νοιαζόταν εάν δεν μπορούσε να πλένεται ή να πλένει τα ρούχα της ( οι Ιάπωνες είναι πασίγνωστοι με το πάθος τους για την καθαριότητα ). Και τι πείραζε που τα εσώρουχά της ήταν λερωμένα ; Ο σύζυγός της τώρα έλειπε, υπηρετώντας ως συνοριακός φρουρός στη βόρεια Κορέα , για να κερδίσει μια από κείνες τις πενιχρές συντάξεις που ήταν το όνειρο των οικογενειών των φτωχών χωρικών. Δεν ήταν ανάγκη νάναι σχολαστική. Ο σύζυγος φεύγοντας δεν της είπε πόσο χρόνο θα έλειπε. Έλειψε είκοσι τέσσερα χρόνια.
Έτσι η οικογένεια εξοικονομούσε σεν κι ο έμπορος - βιομήχανος έβγαζε γιεν κι η ιαπωνική κλωστοϋφαντουργία ανθούσε. Κι ήλθε η μέρα που η οικογένεια είχε βάλει στην άκρη αρκετά χρήματα για να ξαναχτίσει το σπίτι, με κεραμοσκεπή αυτή τη φορά. Στο κάτω κάτω τι είναι πιο σημαντικό από το σπίτι ; " Το σπίτι καθορίζει τη θέση της οικογένειας στην κοινωνία. Καθορίζει την αξία του ατόμου." Και η νύφη ύφαινε συνέχεια, μόνη τώρα γιατί οι κουνιάδες της είχαν παντρευτεί. Κι όλο αδυνάτιζε, διότι έπρεπε να δουλεύει για τέσσερις και το να τρως ήταν σπατάλη χρόνου. Ο γιός της μεγάλωσε και ήταν μια γλυκιά παρηγοριά, γιατί ο άντρας της μακριά στην Κορέα, την είχε ξεχάσει.
Στη συνέχεια, το αγόρι πήγε στο σχολείο και η μητέρα ποτέ δεν είχε χρόνο να το δει στις αθλητικές εκδηλώσεις ή στα σχολικά θεατρικά, διότι αυτό σήμαινε ότι θα ξεκολλούσε από τον αργαλειό. Κι όταν οι δάσκαλοι επισκέπτονταν το σπίτι, η πεθερά της έλεγε να καθίσει στο πίσω δωμάτιο, γιατί, το μόνο που ήξερε, ήταν να υφαίνει και θα στεναχωρούσε το αγόρι εάν μιλούσε στους δασκάλους. Μετά το αγόρι τέλειωσε το σχολείο και τραγούδησε μαζί με τα' άλλα παιδιά : " Τίποτα δεν μοιάζει με την ευτυχία που νοιώθουμε ! " Αυτή ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που η μητέρα πήγε στο σχολείο, μια άνοιξη που η αυλή ήταν γεμάτη από ανθισμένες ροδακινιές. Μετά από αυτό, η μητέρα δάκρυζε όταν έβλεπε ανθισμένες ροδακινιές και θυμόταν το τραγούδι της αποφοίτησης του γιου της.
Έτσι η μητέρα ύφαινε κι ο έμπορος αγόραζε κι η πεθερά έκανε οικονομίες και η κλωστοϋφαντουργία ευημερούσε. Κι ο γιός της πήγε στο γυμνάσιο επειδή αυτό ήθελε ο πατέρας του που ήταν αξιωματικός της αστυνομίας στην Κορέα. Και η μητέρα τον είδε να φεύγει και σκαρφάλωσε πέρα από την αυλόπορτα, έβαλε το κεφάλι της πάνω στη σιδηροτροχιά για ν' ακούσει το αγκομαχητό του τραίνου που απομακρυνόταν, αφού το είχε χάσει από τα μάτια της.

Και μετά ο σύζυγος Ουίτσι επέστρεψε κι έχτισε μια προσθήκη στο σπίτι. Μετά άρχισε να μένει στην πόλη, όλο και περισσότερο μακριά από το σπίτι. Τα κουτσομπολιά έλεγαν ότι μένει με μια γυναίκα και βγήκαν αληθινά. Η γυναίκα του Ουϊτσι φοβόταν να ρωτήσει - αυτός αρπαζόταν αμέσως - αλλά σε μια κοινότητα όπως αυτή ενός χωριού τέτοια πράγματα δεν μπορούσαν να μείνουν μυστικά.
Ούτε ο Ουϊτσι έκανε καμιά προσπάθεια να το κρύψει. Είχε γνωρίσει την γυναίκα στην Κορέα. Ήταν Γιαπωνέζα και την είχαν στείλει στην Κορέα να δουλέψει σα " συνοδός". Εκεί, ένας εξέχων κυβερνητικός αξιωματούχος την είχε ερωμένη του κι αυτή είχε πλουτίσει και είχε κάνει και την οικογένειά της πλούσια από τα δικά της κέρδη. Τώρα ήταν φιλενάδα του Ουϊτσι, με τα μεταξωτά της κιμονό, ένα για κάθε μέρα και τα μεταξωτά της σεντόνια, κανείς άλλος στο χωριό δεν είχε τέτοια τύχη. Μια μέρα, ο Ουίτσι έφερε στο σπίτι την ερωμένη του, με τα φανταχτερά της μπαούλα, γεμάτα από ακριβά μετάξια. Η μητέρα του γνώριζε τα σχέδιά του και είπε στη νύφη της να καθαρίσει το καινούργιο προσάρτημα του σπιτιού. Αλλά όταν άρχισε να σκουπίζει την καινούργια τραπεζαρία, που ήταν κατασκευασμένη από την παραδοσιακή ψάθα, ο Ουίτσι έτρεξε κατά πάνω της και την έβγαλε έξω με τις κλωτσιές : " Ζώον ! Πως τολμάς και μπαίνεις εδώ μέσα με τα κρυοπαγιασμένα πόδια σου ! ". Κι όταν η κατάπληκτη γυναίκα κλονίστηκε κι άρχισε να φωνάζει τον γιο της, που είχε φύγει πολύ καιρό πριν για την Κίνα, με το στρατό : " Μίι ! Μίι ! Σε ποιο μέτωπο νάσαι άραγε…; " η πεθερά της την έβγαλε έξω από το σπίτι : " Φύγε τρελή γυναίκα. Δεν μας χρησιμεύεις σε τίποτα πια ". Δεν χρησίμευε : Δεν είχαν πλέον ανάγκη το εισόδημα από τον αργαλειό.
Οι γυναίκες της γειτονιάς κατάλαβαν τι είχε γίνει. Κέρδισε τα χρυσά γαλόνια του κάνοντας βάρβαρα πράγματα στους Κορεάτες. " Πρέπει να έκανε πολύ βρόμικα πράγματα για να γίνει πλούσιος ". Όμως, τίποτα καλό δεν θάβγαινε από αυτό είπαν. Αλλά όταν είδαν τη γυναίκα του Ουϊτσι να θρηνεί και να βογκάει από τη στεναχώρια, δεν της έδειξαν ούτε συμπόνια ούτε τη συντρόφεψαν. Το βραδάκι, η ερωμένη του Ουίτσι κατέφτασε μαζί με την υπηρέτριά της πάνω σε μια δίτροχη άμαξα. Φορούσε κάλτσες από καθαρό λευκό μετάξι, άλλο ένα προϊόν των γιαπωνέζικων αργαλειών. Το μόνο που θυμόταν η γυναίκα του Ουϊτσι μετά απ' όλ' αυτά ήταν η κλεισμένη πόρτα του καινούργιου σπιτιού και τα γέλια που ερχόταν από μέσα.
Έτσι έβαλε φωτιά στο σπίτι. Και τα γιαπωνέζικα σπίτια καίγονται γρήγορα, με φλόγα λαμπερή. Κανένα από τα μπαούλα και τα μεταξωτά κιμονό της γυναίκας δεν μπορούσε να σωθεί. Και πόσο χάρτινο χρήμα χάθηκε μαζί τους ; Mετά η γυναίκα του Ουϊτσι έπεσε στο βαθύ πηγάδι για να χαθεί από τον κόσμο τούτο, αλλά τη βρήκαν και την συνέφεραν. Δικάστηκε για εμπρησμό, κατηγορία που επιβαρύνθηκε από το γεγονός ότι με τη φωτιά είχε παραβιάσει τη γενική συσκότιση. Θα έπρεπε κανείς να είναι έτοιμος για να αντιμετωπίσει τα ανύπαρκτα κινεζικά βομβαρδιστικά. Καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλάκιση που μειώθηκαν σε οχτώ, γιατί λόγω των περιστάσεων της αναγνωρίσθηκαν ελαφρυντικά.
Κανείς δεν πήγε να την επισκεφθεί στην φυλακή. Καθόταν εκεί κουβαριασμένη μέσα στο κρύο και τον άνεμο και παρηγοριόταν με τραγούδια που μιλούσαν για βλαστάρια από ραβέντι που προβάλλουν μέσα απ' το χιόνι, εκείνα τα ίδια βλαστάρια που κάποτε είχε μαζέψει για τη μητέρα της, όταν ήταν μικρό παιδί κι η μητέρα της μέσα στην αρρώστια της έβρισκε ανακούφιση μ' αυτά. Ο γιος της ο Μίι της έγραψε μια φορά μόνο. Μια οικογένεια που φέρεται τόσο βάρβαρα στις γυναίκες της δεν καλλιεργεί στους άντρες την αρετή και την ευγνωμοσύνη. Η συγκρατούμενή της Γιαμασίρο ήταν αυτή που άκουσε την ιστορία της και την διέσωσε. Η ορφανή μητέρα και σύζυγος ήταν τότε πενήντα ετών.
Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2007
Η Παλινόρθωση του Μέίτζι - 3
Το άγαλμα του Βούδα Βαϊροτσάνα στην πόλη ΝάραΟ στρατός ( και το ναυτικό ) ολοκλήρωσαν αυτό το έργο. Κάτω από την ομοιότητα της στολής και της πειθαρχίας, η καθολική στρατιωτική θητεία εξανέμισε τις διακρίσεις της τάξης και του τόπου. Εξέθρεψε την εθνική υπερηφάνεια και εκδημοκράτισε τις βίαιες αρχές του ανδρισμού. Στην Ιαπωνία, αυτό σήμαινε γενίκευση του δικαιώματος να πολεμούν - ένα τέλος του μονοπωλίου των σαμουράι στα όπλα. Ο πόλεμος και η βία ήταν πάντα έργο των ελίτ, τα μέλη των οποίων ανταμειβόταν δεόντως με μισθούς. Πολλοί από εκείνους που ήταν ηλικιωμένοι για να έχουν εκπαιδευτεί από τα καινούρια δημόσια σχολεία έθεταν το ερώτημα γιατί περίμεναν από αυτούς να εμπλακούν σ' αυτή την ανοησία. Αλλά δεν ήταν αυτοί που θα αποτελούσαν τις μάχιμες δυνάμεις.
* Στην αρχή τέσσερα χρόνια το λιγότερο, έξι έτη μετά το 1907. Με δεδομένες τις δυσκολίες της ιαπωνικής γραφής, τρία ή τέσσερα χρόνια ήταν αναγκαία για να μεταδοθεί η αναγκαία εγγραμματοσύνη.
** Στην αρχή εξαιρέθηκαν οι έγγαμοι άντρες και οι μοναχογιοί. Το αποτέλεσμα ήταν να αυξηθούν οι γάμοι σε νεαρή ηλικία.

Νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 1873, το αυτοκρατορικό υπουργικό συμβούλιο είχε ήδη διαιρεθεί σε μια ομάδα που τασσόταν με την ειρήνη, η οποία ήθελε να συγκεντρώσει την προσοχή στον εκσυγχρονισμό και την ανοικοδόμηση στο εσωτερικό της χώρας, και σε μια ομάδα γερακιών που καλούσαν σε πόλεμο εναντίον της Κορέας. Πέντε από τους νέους ολιγαρχικούς παραιτήθηκαν, κορυφαίος ανάμεσά τους ήταν ο Σαϊγκό Τακαμόρι Σατσούμα, ένας από τους ηγέτες της ανατροπής του σογκουνάτου. Ωστόσο η υπόθεση δεν τελείωσε εκεί. Τώρα, αυτοί οι πρώην πολεμιστές, προβάλλοντας τις προσωπικές τους δυσαρέσκειες στην εθνική σκηνή, κραύγαζαν εναντίον της συνθήκης της Ιαπωνίας - Κίνας - Κορέας του 1876, παρ' όλο που ήταν πλεονεκτική για την Ιαπωνία. Προτιμούσαν να είχαν παραμείνει οι Ιαπωνικές δυνάμεις στην Κορέα, εκπληρώνοντας ένα παλιό όνειρο, το όνειρο της κατάκτησης εδάφους στην ασιατική ήπειρο.
Η απογοήτευσή τους επιδεινώθηκε από δύο πράξεις επίθεσης εναντίον της τάξης των σαμουράι. Πρώτον, οι παραδοσιακοί μισθοί, που τώρα είχαν μετατραπεί σε συντάξεις, αντικαταστάθηκαν από εφάπαξ πληρωμή σε ισοδύναμο κεφάλαιο. Οι σαμουράι πήραν κρατικά ομόλογα αντί των ετησίων εσόδων και η αξία των εγγράφων αυτών ήταν όμηρος της νομισματικής πολιτικής και της αξίας του γιέν. Αυτό συνέβη λίγο πριν ο πληθωρισμός αναγκάσει τους σαμουράι να δουλέψουν για να προσπορίζονται τα προς το ζην. Μερικοί από αυτούς άρχισαν να δουλεύουν , κι όντως έπραξαν σωστά . Άλλοι βυθίσθηκαν στην ένδεια κι αυτή εξέθρεψε τα παράπονά τους. Άλλοι προσπάθησαν να εξαργυρώσουν την υπερηφάνεια και την πάλαι ποτέ κοινωνική τους θέση με καλές θέσεις εργασίας και καλούς γάμους. Αυτό κάνουν παντού και πάντα οι στερημένες των προνομίων τους αριστοκρατίες. Μετατρέπουν το γαλάζιο τους αίμα, την αριστοκρατική τους καταγωγή και τους καλούς τους τρόπους σε χρήμα.
Το δεύτερο μέτρο ήταν ακόμη πιο οδυνηρό ως προς τον συμβολισμό του. Απαγορεύτηκε να περιδιαβαίνουν εδώ κι εκεί οι πρώην σαμουράι με τα δυο τους σπαθιά. Αυτά τα όπλα έκαναν τους απλούς ανθρώπους να τρέμουν για τη ζωή τους. Πολλοί ακόμη έτρεμαν εξαιτίας της δύναμης της συνήθειας, αλλά πια ακόμη και οι χωρικοί μπορούσαν να έχουν πυροβόλο όπλο. Εν τω μεταξύ, κρατικοί παράγοντες και πολιτικοί ανταγωνιζόταν στο να χαιρετίζουν τον εκδυτικισμό. Περιφέρονταν με την επίσημη δυτική ενδυμασία που ήταν πιο κατάλληλη για ένα γάμο στο Παρίσι παρά για καθημερινή εργασία στο Τόκιο. Φορούσαν ανόητα ψηλά καπέλα πάνω στα κουρεμένα τους κεφάλια. Κρατούσαν ομπρέλες με ήλιο και βροχή. Κυκλοφορούσαν με άμαξες. Κάθονταν σε καρέκλες γύρω από τραπέζια. Συναντιόταν σε νεόχτιστα πέτρινα οικοδομήματα που αποτελούσαν μια αποδοκιμασία των κατασκευασμένων από χαρτί και ξύλο οικημάτων της ιαπωνικής παράδοσης*.
* Αυτά τα σύμβολα είχαν τεράστια σημασία σε μια κοινωνία που είχε καλλιεργήσει συστηματικά την αντίληψη ότι οι ιδιομορφίες της ισοδυναμούσαν με αρετές.

Οι δολοφονίες επέφεραν ελάχιστες αλλαγές. Το ίδιο και οι εξεγέρσεις . Το παλιό συγκρούστηκε με το καινούργιο - και το παλιό ηττήθηκε.

Η συνήθης εξήγηση των οικονομολόγων για την αντιστροφή του προτύπου του καθυστερημένου - μιμητή ( αυτός που καθυστερεί αναπτύσσει μεγάλες και πλήρως σύγχρονες βιομηχανίες ) είναι η έλλειψη κεφαλαίου : ελάχιστοι προσωπικοί πόροι, μη επενδυτικές τράπεζες. Στην πραγματικότητα όμως, μερικοί Ιάπωνες έμποροι είχαν συσσωρεύσει μεγάλες περιουσίες και το κράτος ήταν πρόθυμο να δημιουργήσει και να επιδοτήσει τις βιομηχανίες. Όπως και έκανε άλλωστε. Αλλά η μακροχρόνια προσπάθεια για την επίτευξη του ίσου επιπέδου ανάπτυξης δεν χρειαζόταν τόσο χρήματα όσο ανθρώπους. Ανθρώπους με φαντασία και πρωτοβουλία, ανθρώπους που θα κατανοούσαν τις οικονομίες κλίμακας, που δεν θα γνώριζαν μόνο τις παραγωγικές μεθόδους και τις μηχανές, αλλά επίσης τον τρόπο οργάνωσης και ότι σήμερα αποκαλούμε λογισμικό. Το κεφάλαιο έπεται και η παροχή του αυξάνεται αναλόγως.
Εκείνες οι πρώτες δεκαετίες κατά τις οποίες οι Ιάπωνες πειραματίζονταν στα τυφλά είδαν πολλές αποτυχίες. Στις αρχές της δεκαετίας του 1880, η κυβέρνηση πούλησε τα εργοστάσιά της στις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Αυτή η απόφαση της προσέδωσε μεγάλη αξιοπιστία : Οι γραφειοκράτες σπανίως αναγνωρίζουν τα λάθη ή εκχωρούν εξουσία. Τα κρατικά εργοστάσια παραχωρήθηκαν με ευνοϊκούς όρους, συνήθως σε φίλους και ημετέρους - δεν ήταν η καλύτερη των ρυθμίσεων, αλλά στην πράξη επιδότησε τους επιχειρηματίες κι επέτρεψε να γίνει μια καινούργια αρχή. Περίπου την ίδια εποχή, οι έμποροι του βαμβακιού στράφηκαν από το χειρωνακτικό κλώσιμο στο κλώσιμο με μηχανές. ***
* Ο υπουργός εξωτερικών δεν ασχολούνταν μόνο με την αστυνόμευση και τη δημόσια τάξη, αλλά και με την οικονομική ανάπτυξη, εργαζόμενος μέσω της Υπηρεσίας για την προώθηση της βιομηχανίας.
** μια πάστα σε κύβους, που παράγεται από σόγια και δημητριακά.
*** Και όμως το χειρωνακτικό κλώσιμο επέζησε στην Ιαπωνία επί μακρύτερο χρονικό διάστημα απ' ότι οπουδήποτε αλλού. Ένας λόγος ήταν η φιλεργία κι η υπομονή των Γιαπωνέζων γυναικών. Ένας άλλος ήταν η εφεύρεση της κλώσης με σωλήνα από ένα σιντοϊστή ιερέα, το 1876.

Όμως, άλλο είναι το κλώσιμο και η ύφανση του βαμβακιού κι εντελώς διαφορετικό να παράγει κανείς τις μηχανές που χρειάζονται γι' αυτή τη δουλειά. Όπως μας έχουν δείξει οι πρόωρες επιδόσεις της Καταλονίας, τις Αιγύπτου και της Βραζιλίας, το κλώσιμο του βαμβακιού ήταν μια σχετικά εύκολη δίοδος προς τη σύγχρονη βιομηχανία. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ν' αγοράσει κανείς τις κατάλληλες μηχανές, συνήθως από κάποιο Βρετανό κατασκευαστή, ο οποίος στη συνέχεια θα έστελνε τεχνικούς για να τις θέσουν σε λειτουργία κι αν υπήρχε ανάγκη να τις χειρίζονται κιόλας. Στη συνέχεια, αυτά τα εργοστάσια προμήθευαν με το νήμα τους υφαντές των χειρωνακτικών αργαλειών και πάνω κάτω το έργο είχε ολοκληρωθεί . Έτσι είχε κάποιος μια απατηλή μίμηση της Βιομηχανικής Επανάστασης.
Αρκετά νωρίς, οι Ιάπωνες αποφάσισαν να προχωρήσουν πέρα από τα καταναλωτικά αγαθά. Εάν επρόκειτο να έχουν μια σύγχρονη οικονομία, έπρεπε να γίνουν δεξιοτέχνες στο δύσκολο έργο : την κατασκευή μηχανημάτων και μηχανών, πλοίων και ατμομηχανών, σιδηροτροχιών, λιμανιών και ναυπηγείων. Η κυβέρνηση έπαιξε κρίσιμο ρόλο, χρηματοδοτώντας τις αποστολές στο εξωτερικό, φέρνοντας ξένους τεχνικούς στη χώρα, οικοδομώντας εγκαταστάσεις κι επιδοτώντας εμπορικά εγχειρήματα. Αλλά σημαντικότερο ρόλο επιτέλεσε το ταλέντο κι η αποφασιστικότητα των Ιαπώνων πατριωτών που ήλθαν πρόθυμοι να αλλάξουν τις επαγγελματικές τους σταδιοδρομίες για να αφιερωθούν στον εθνικό σκοπό. Και φυσικά η ποιότητα της εργασίας των Ιαπώνων εργατών, ιδίως των τεχνιτών, οι ικανότητες των οποίων είχαν ακονιστεί κι η συμπεριφορά τους είχε διαμορφωθεί με την ομαδική εργασία και την εποπτεία στα βιοτεχνικά εργαστήρια.
Αυτή η κληρονομιά μετατράπηκε σε ταχύτατη εκμάθηση. Η υδραυλική ενέργεια προς βιομηχανική χρήση δεν είχε εισαχθεί πριν τα τελευταία χρόνια της περιόδου των Τοκουγκάβα, όταν οι Ιάπωνες την αξιοποίησαν κυρίως στην κλωστοϋφαντουργία. Ωστόσο, η υδραυλική ενέργεια δεν συνέβαλε τόσο πολύ όσο στην ευρωπαϊκή και αμερικανική βιομηχανία, διότι οι Ιάπωνες είχαν ήδη περάσει αυτή τη φάση. Ήταν πλέον διαθέσιμη η τεχνολογία του ατμού, με τον ηλεκτρισμό να την ακολουθεί κατά πόδας.
Η ηλεκτρική ενέργεια ήταν κατάλληλη ιδίως για την ελαφρά βιομηχανία και τα μικρά και διάσπαρτα εργαστήρια. Καμία άλλη μορφή ενέργειας δεν απέδιδε τόσο μικρές ποσότητες όσο αυτές που ήταν αναγκαίες. Βεβαίως, ο ηλεκτρισμός απαιτούσε παραγωγή και διανομή μεγάλης κλίμακας. Στις μεν αστικές περιοχές δεν υπήρξε ιδιαίτερο πρόβλημα. Στα απομακρυσμένα διαμερίσματα της υπαίθρου, όπου δεν έφτανε το ηλεκτρικό δίκτυο, οι μηχανές εσωτερικής καύσης επαρκούσαν.
Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2007
Η Παλινόρθωση του Μέίτζι - 2
Ο πυρήνας όλων των χαρακτηριστικών τους ήταν αυτό ακριβώς : Οι Ιάπωνες γνώριζαν ότι ήταν ανώτεροι κι επειδή το γνώριζαν ήταν σε θέση να αναγνωρίζουν που υπερείχαν οι άλλοι. Όταν έκαναν τα πρώτα βήματα, υπό το καθεστώς των Τοκουγκάβα, μίσθωσαν ξένους ειδικούς και τεχνικούς, ενώ ταυτοχρόνως έστειλαν Ιάπωνες αντιπροσώπους στο εξωτερικό για να επιστρέψουν με άμεσες μαρτυρίες για τον τρόπο εργασίας των Ευρωπαίων και των Αμερικανών. Αυτό το σώμα των πληροφοριών αποτέλεσε τη βάση των επιλογών, αντανακλώντας μια προσεκτική κι ευέλικτη μελέτη των συγκριτικών υπέρ και κατά. Έτσι το πρώτο στρατιωτικό πρότυπο που επέλεξαν ήταν ο γαλλικός στρατός. Αλλά μετά την ήττα της Γαλλίας από την Πρωσία στα 1870 - 1871, οι Ιάπωνες αποφάσισαν ότι η Γερμανία είχε περισσότερα να προσφέρει. Μια παρόμοια αλλαγή έλαβε χώρα από τους γαλλικούς στους γερμανικούς νομικούς κώδικες και πρακτική.
Καμία ευκαιρία μάθησης δεν πήγε χαμένη. Τον Οκτώβριο του 1871, μια αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον πρίγκιπα Ιβακούρα Τομόμι, η οποία συμπεριλάμβανε καινοτόμους όπως ο Όκουμπο Τοσιμίτσι κι ο πρίγκιπας Ιτό Χιρομπούμπι, ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη για να ζητήσει την ακύρωση των άνισων συνθηκών που είχαν επιβληθεί στη δεκαετία του 1850. Οι Ιάπωνες ήθελαν πάνω απ' όλα να επανακτήσουν τον έλεγχο στο δασμολόγιό τους, ώστε να προστατεύσουν καλύτερα τις " νηπιακές " τους βιομηχανίες. Ήταν σα να χτυπούσαν πάνω σ' ένα πέτρινο τοίχο : Τα δυτικά έθνη δεν είχαν καμία πρόθεση να παραχωρήσουν το δικαίωμα εισόδου στην Ιαπωνική αγορά, δικαίωμα που είχαν κερδίσει με δυσκολία. Η αντιπροσωπεία κατάπιε την υπερηφάνειά της κι αξιοποίησε την παρουσία της στις χώρες αυτές, επισκεπτόμενη εργοστάσια και σιδηρουργεία, ναυπηγεία κι οπλουργεία, σιδηρόδρομους και διώρυγες, και δεν επέστρεψε παρά τον Σεπτέμβριο του 1873, σχεδόν δυο χρόνια αργότερα, φορτωμένη με τα λάφυρα της γνώσης και " με τη φλόγα του ενθουσιασμού " για τις μεταρρυθμίσεις.

Η Ιαπωνία δεν συγκρινόταν με τις " πιο προοδευμένες δυνάμεις του κόσμου ". Ιδίως η Αγγλία, έδινε ένα μάθημα αυτό - ανάπτυξης. Όντας κάποτε ένα μικρό νησιωτικό έθνος - σαν την Ιαπωνία - η Αγγλία είχε επιδιώξει συστηματικά την εφαρμογή μιας πολιτικής επέκτασης της δύναμής της. Οι νόμοι περί ναυσιπλοΐας έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξη του εθνικού εμπορίου ναυτικού σε σημείο που να καταστεί κυρίαρχο διεθνώς. Η Βρετανία δεν εγκατέλειψε τον προστατευτισμό για να ταχθεί υπέρ του ελεύθερου εμπορίου παρά μόνο όταν είχε επιτύχει να γίνει η ηγεμονεύουσα βιομηχανική χώρα.
Βεβαίως, η Ιαπωνία δεν θα είχε τη δασμολογική κι εμπορική αυτονομία που απολάμβανε η Αγγλία τον 17ο αιώνα. Το πιο ενοχλητικό ζήτημα ήταν η άρνηση των Ευρωπαίων να επαναδιαπραγματευθούν τις μη ισότιμες συνθήκες. Όσον αφορά αυτό το θέμα, το γερμανικό παράδειγμα είχε νόημα. Η Γερμανία, όπως η Ιαπωνία, πολύ πρόσφατα είχε εξέλθει από μια δύσκολη ενοποίηση. Επίσης η Γερμανία, όπως η Ιαπωνία, είχε εκκινήσει από μια θέση οικονομικής κατωτερότητας κι ιδού πόσο μακριά είχε φτάσει. Ο Όκουμπο εντυπωσιάστηκε από τους Γερμανούς που συνάντησε. Τους βρήκε λιτούς, σκληρά εργαζόμενους, " ανυπόκριτους " - όπως οι απλοί Ιάπωνες, φαντάζεται κανείς. Και βρήκε τους ηγέτες τους ρεαλιστές και πραγματιστές. Προσηλωμένους, όπως έλεγαν, στην οικοδόμηση της εθνικής ισχύος. Ήταν οι εμποροκράτες του 19ου αιώνα. Ο Όκουμπο επέστρεψε και προσέδωσε γερμανικό προσανατολισμό στην ιαπωνική γραφειοκρατία.
Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2007
Η Παλινόρθωση του Μέίτζι - 1
Στην Ιαπωνία έγινε μια επανάσταση στα 1867 - 1868. Ανατράπηκε το σογκουνάτο - στην πραγματικότητα κατέρρευσε - κι ο έλεγχος του κράτους επέστρεψε στον αυτοκράτορα, στο Κιότο. Το 1868, ο πρίγκιπας Ματσουχίτο έγινε ο 122ος αυτοκράτορας και πήρε την ονομασία Μέϊτζι, που σημαίνει φωτισμένη εξουσία/διακυβέρνηση, η δε εθνική επανάσταση που του έδωσε την εξουσία ονομάστηκε Παλινόρθωση του Μέϊτζι. Έτσι τερματίσθηκε μια περίοδος διακοσίων πενήντα χρόνων κατά την διάρκεια των οποίων διοικούσαν οι Τοκουγκάβα. Οι Ιάπωνες όμως δεν αποκαλούν αυτή την ανατροπή επανάσταση αλλά παλινόρθωση, διότι προτιμούν να τη βλέπουν ως επιστροφή στην ομαλότητα. Επίσης, οι επαναστάσεις ταιριάζουν στην Κίνα. Οι Κινέζοι έχουν δυναστείες. Η Ιαπωνία έχει μια βασιλική οικογένεια, που άρχει από τότε που υπάρχει κεντρική εξουσία.Ήταν κατά τη δεκαετία του 1180 που η Ιαπωνία απέκτησε κυβερνήτη, όχι έναν αυτοκράτορα αλλά έναν πολεμιστή ηγέτη που τον αποκαλούσαν σογκούν ( στην κυριολεξία στρατηγό ). Με κάποια μεσοδιαστήματα και μεσοβασιλείες, η αρχή του ισχυρότερου κατέστη το φυσιολογικό πρότυπο. Το αδύνατο σημείο της κληρονομικής βασιλείας είναι πως, παρά τη βοήθεια των θεϊκών προγόνων, μια δυναστεία είναι εξαιρετικά δύσκολο να διατηρήσει έπ' άπειρον την ικανότητά της να άρχει. Αιτίες ; Αδύναμα γονίδια, ατυχείς γάμοι ή οτιδήποτε άλλο. Ισχυροί άντρες, επόπτες των ανακτόρων, θ' ανέλθουν στην εξουσία κι αργά ή γρήγορα θα εκδιώξουν την νόμιμη μοναρχία.
Έτσι γινόταν στη μεσαιωνική Γαλλία, όπου η Καρολίγγεια δυναστεία εκτοπίστηκε από τη Μεροβίγγεια που με τη σειρά της τέθηκε στο περιθώριο από τους σφετεριστές Καπετίδες. Στην Ιαπωνία, η λύση δεν δόθηκε με την εκθρόνιση κι εξαφάνιση της δυναστείας, αλλά με την απομόνωσή της. Ο αυτοκράτορας, η οικογένειά του και η Αυλή του - υπό το σογκουνάτο των Τοκουγκάβα - περιορίστηκαν στα ανάκτορα και στους ναούς του Κιότο. Εκεί, ο μικάδος έγραφε ποιήματα, εκτελούσε συμβολικές θρησκευτικές πράξεις - όπως η φύτευση του πρώτου ρυζιού - και είχε αφεθεί στις διασκεδάσεις και τις ιερουργίες.
Εντούτοις, η ύπαρξη ενός αυτοκράτορα - ενός νόμιμου κυβερνήτη, συνεπώς ανώτερου από τον πραγματικό - έδωσε τη δυνατότητα στους εχθρούς του σογκουνάτου των Τοκουγκάβα ν' αναζητήσουν μια έντιμη εναλλακτική λύση. Σε μια κοινωνία που τίποτα δεν άξιζε περισσότερο από την προσωπική αφοσίωση, οι δυσαρεστημένες ελίτ μπορούσαν να θέσουν την υψηλότερη εξουσία - τον αυτοκράτορα και το έθνος - πάνω από τον κύριό τους και τον σογκούν που ήταν πάνω από αυτόν, χωρίς να πάψουν νάναι νομιμόφρονες. Μπορούσαν να κάνουν επανάσταση χωρίς να είναι επαναστάτες.
Σαμουράϊ του Χαν * Σατσούμα το 1867 ( περίπου )
Εν τω μεταξύ, τα σύμβολα της εθνικής ενότητας ήταν ήδη στη θέση τους. Τα ιδεώδη και τα πάθη της εθνικής υπερηφάνειας ήταν ήδη προσδιορισμένα. Έτσι αποφεύχθηκε η μεγάλη αναταραχή. Οι επαναστάσεις, όπως οι εμφύλιοι πόλεμοι, μπορεί να καταστρέψουν την τάξη και την εθνική αποτελεσματικότητα. Η παλινόρθωση του Μέϊτζι είχε τις διχογνωμίες και τους αντιφρονούντες της, που συχνά εκφραζόταν βίαια. Τα τελευταία χρόνια της παλιάς τάξης και τα πρώτα της καινούργιας βάφτηκαν από το αίμα των δολοφονιών, των αγροτικών εξεγέρσεων, του ξεσηκώματος των αντιδρώντων. Παρ' όλα' αυτά, η μετάβαση στην Ιαπωνία ήταν πολύ πιο ομαλή από ότι οι αντίστοιχες μεταβατικές καταστάσεις μετά από πολιτικές ανατροπές στη Γαλλία και τη Ρωσία, για δύο λόγους. Το νέο καθεστώς διέθετε υψηλή ηθική αιτιολόγηση. Κι όσοι ήταν δυσαρεστημένοι κι είχαν θιγεί φοβούνταν να προσφύγουν και να δώσουν ευκαιρίες παρέμβασης στον εξωτερικό εχθρό. Οι ξένοι ιμπεριαλιστές καραδοκούσαν για να επιτεθούν και οι εσωτερικές διαιρέσεις θα αποτελούσαν πρόσκληση για επέμβαση. Αναλογιστείτε την ιστορία του ιμπεριαλισμού αλλού : Οι αντιμαχόμενοι κι ανταγωνιζόμενοι τοπικοί ηγεμόνες είχαν προσκαλέσει τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να εισβάλουν στην Ινδία.
Το σογκουνάτο των Τοκουγκάβα είχε ήδη καταρρεύσει πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα. Οι παλιοί κανόνες που ρύθμιζαν τη θέση και την ιεραρχία είχαν γίνει αντικείμενο χλευασμού. Ενδεείς σαμουράι νυμφεύονταν κληρονόμους εμπόρων. Πλούσιοι χωρικοί γινόταν τοπικοί προύχοντες, το ισοδύναμο των ευγενών της υπαίθρου. Η υπακοή διαλύθηκε. Τα πλουσιότερα χαν ( το Χονσού στα δυτικά και το Κιούσου στο νότο ) ασκούσαν τη δική τους εξωτερική πολιτική, θεωρώντας ότι μπορούσαν να αναπτύξουν δοσοληψίες με κείνους τους ανεκδιήγητους, απομονωμένους βάρβαρους καλύτερα από όσο μπορούσε να κάνει το σογκουνάτο. Μισθώνοντας ξένους τεχνικούς και συμβούλους, αγόρασαν όπλα από το εξωτερικό, δημιούργησαν οπλοστάσια και ναυπηγεία. Μερικά από τα χαν καλούσαν χωρικούς να θητεύσουν στο στρατό κι έτσι ακόμη και το μπακούφου* άρχισε να τα μιμείται. Σε μια χώρα όπου η απαγορευόταν να φέρουν όπλα οι χωρικοί και οι σαμουράι τη διαφέντευαν με το σπαθί, ως ανώτεροι των κοινών ανθρώπων, η εξέλιξη αυτή προκάλεσε ένα μεγάλο ρήγμα στη δημόσια τάξη και την κοινωνική ευπρέπεια με απροσμέτρητες συνέπειες. Αλλά ποιος θα έπαιρνε τα όπλα στην περίπτωση πολέμου ; Οι σαμουράι απεχθανόταν να μάχονται με πυροβόλα που τα θεωρούσαν προσβλητικά κι υποτιμητικά.
Υπ' αυτές τις περιστάσεις ο ένας αναποτελεσματικός σογκούν διαδεχόταν πολύ τον άλλο, με αποτέλεσμα να υποδαυλίζονται οι ίντριγκες για την διαδοχή, να πολλαπλασιάζονται οι σκευωρίες, ν' απευθύνονται ανατρεπτικές εκκλήσεις προς το Κιότο. Και πάλι, ξανά και ξανά, η πίεση εκ των έξω έφερνε σε δύσκολη θέση το καθεστώς. Σε μια κοινωνία που ποτέ δεν είχε αποδεχτεί τον ξένο, η ίδια η παρουσία των Δυτικών προκαλούσε αναταραχή. Περισσότερες από μία φορά, Ιάπωνες νταήδες προκάλεσαν κι επιτέθηκαν σ' αυτούς τους αναιδείς ξένους, για να τους δείξουν ποιος ήταν το αφεντικό. Ποιος ήταν το αφεντικό ; Βεβαίως δεν ήταν το σογκουνάτο. Αντιμετωπίζοντας τις δυτικές απαιτήσεις για επιβολή τιμωρίας και γι' αποζημιώσεις, οι Ιαπωνικές Αρχές το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να χρονοτριβούν και, με τις λογοκοπίες τους, να χάνουν την αξιοπιστία τους τόσο στα μάτια των ξένων όσο και των πατριωτών.

Το ίδιο συνέβη με το Τσόσου. Στις 25 Ιουνίου 1863, την ημέρα που είχε καθιερωθεί από την αυτοκρατορική αυλή του Κιότο ως επέτειος της εκδίωξης των βαρβάρων, ανυπόμονοι πατριώτες του Τσόσου έβαλαν φωτιά σ' ένα αμερικάνικο πλοίο που διέπλεε τα Στενά του Σιμονοσέκι. Επί ένα έτος, διεξάγονταν διαπραγματεύσεις για να καταλήξουν σε αδιέξοδο. Και στη συνέχεια, τον Σεπτέμβριο του 1864, ένας στόλος από 17 βρετανικά, αμερικανικά, γαλλικά και ολλανδικά πολεμικά σκάφη με 305 κανόνια κατέπλευσαν στο λιμάνι του Σιμονοσέκι και κατέστρεψαν όλα τα οχυρά. Το Τσόσου κατελήφθη και όπως το Σατσούμα ζήτησε άμεσες και φιλικές σχέσεις με τους Δυτικούς. Το Τσόσου και το Σατσούμα, που παραδοσιακά ανταγωνιζόταν, τώρα ένωσαν τις δυνάμεις τους για να απαλλαγούν από το μπακούφου.
Το μπακούφου μοιραία έχασε την αξιοπιστία του λόγω της αδυναμίας του και της ακαταλληλότητάς του. Από τη στιγμή που υπέγραψε συνθήκες με τον Τάουνσεντ Χάρις για τις ΗΠΑ, το 1854 ) και στη συνέχεια με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις ( 1858 ), η κυβέρνηση έχασε την τιμή και την νομιμοποίησή της. Η ιαπωνική τιμή δεν είναι σαν την δυτική τιμή. Οι κώδικες ήταν διαφορετικοί. Ο λόγος του ενός ήταν η υπεκφυγή του άλλου. Το να ελίσσεται ήταν η δύναμη του μπακούφου. Μπορεί να έστελνε υφιστάμενους για να διαπραγματεύονται, οι οποίοι στη συνέχεια επικαλούνταν την ανάγκη της εκ των άνω έγκρισης. Μπορεί να υπέγραφε και μετά να υποστήριζε πως η συμφωνία δεν είχε λάβει την επικύρωση του αυτοκράτορα. Εν ολίγοις, η κυβέρνηση έδινε τον λόγο της ενώ τον αρνιόταν. Έλεγε ναι εννοώντας όχι. Τίποτα δεν μπορούσε να δηλητηριάσει περισσότερο τη διαμάχη. Το σογκουνάτο θα ήταν καλύτερα να είχε υποκύψει στην υπέρτερη δύναμη και να πει εν πολλοίς : Εσείς, Δυτικοί, έχετε τα όπλα. Εντάξει, κάποια μέρα θα τάχουμε κι εμείς.
Οι αβάσιμες αξιώσεις των ξένων ήταν ο πυρήνας του θέματος. Το ουσιαστικό σύνθημα ήταν σεβασμός στον αυτοκράτορα. Εκδίωξη των βαρβάρων. Οι ηγέτες της κίνησης για αλλαγή ήταν οι εκπρόσωποι των μεγάλων φέουδων του μακρινού νότου και της δύσης, των Σατσούμα και Τσόσου, κάποτε εχθροί και τώρα ενωμένοι εναντίον του σογκουνάτου. Νίκησαν κι έχασαν. Αυτό ήταν άλλο ένα παράδοξο αυτής της επανάστασης - παλινόρθωσης. Οι ηγέτες νόμισαν ότι μπορούσαν να επιστρέψουν στον παλιό καιρό. Στην πραγματικότητα, βρέθηκαν παγιδευμένοι στο αύριο, σ' ένα κύμα εκσυγχρονισμού, διότι αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να νικήσουν τους βαρβάρους.

* μπακούφου : η κυβέρνηση του Τοκουγκάβα, σογκουνάτο
* νταϊμιό : ηγεμόνας
Πηγή στοιχείων : David S. Landes, Καθηγητής ιστορίας κι οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, " Ο πλούτος κι η φτώχεια των εθνών ", Λιβάνης 2005 , " Τα μνημεία της UNESCO ", Τ. 29, Δομή 1999 κι η ιστοσελίδα που ήδη αναφέρθηκε.



